anaparastasis

Thursday, 30 August 2012 21:49

στη Χίο

 

Χίος, Αύγουστος. Έχει περάσει μια βδομάδα από την πρώτη πυρκαγιά και οι καταστροφές καίνε ακόμα το νησί. Όμως, τα παιδιά κάτω στον Κάμπο δεν μιλάν με τον καιρό. Εκεί, στον Κάμπο, στον πίσω κήπο του Citrus, την αυλή ενός ιδιαίτερου αρχοντικού του 1742, μαζί με τις οικογένειες των απογόνων του Γιάννη Χρήστου και το κοινό που μαζεύεται σιγά σιγά, αθόρυβα και μυσταγωγικά, αγωνιούμε για να ξεκινήσει η περιπέτεια, αυτή τη φορά στη γλώσσα της. Λίγα μόνο χιλιόμετρα πιο κάτω, η μαστίχα που βγαίνει από τα δέντρα και η ζωή που βγαίνει από τη μαστίχα γίνονται ακόμα αποκαϊδια. Κι εμείς μιλάμε για ομορφιά, για ζωή· όχι πάνω στα αποκαϊδια, αλλά σε πείσμα τους.

 

H στέρνα στην πίσω αυλή του Citrus, όπου έγινε η προβολή.

 

Ένα μεγάλο ταξίδι που ξεκίνησε δέκα χρόνια πριν, μετά από πολλά λιμάνια φτάνει στον πρώτο προορισμό του. Έφτασα στη Χίο για να ξεκινήσω ξανά. "Είναι καλύτερα να αποχαιρετάς όταν φτάνεις", λέει ο γερο-Αντόνιο στις ιστορίες του, που διαβάζω στο πλοίο πηγαίνοντας. Λέει πως δίνει το χέρι για να πει ότι φεύγει πια, δηλαδή ότι έρχεται. Κι έτσι, όταν έρχεται, χαιρετά μ'ένα "αντίο" και αποχαιρετά κουνώντας το χέρι κι απομακρυνόμενος μ'ένα "έρχομαι". Αποχαιρετώντας λοιπόν, φτάνει κανείς. Αποχαιρετώ ήδη το ταξίδι που μ'έφτασε εδώ, που μας έφτασε εδώ, για να ξεκινήσει. Ξανά.

 

Κι ενώ στα τόσα λιμάνια μέχρι τώρα, βλέπαμε και ξαναβλέπαμε τις φωτογραφίες και τις εικόνες, ακούγαμε και ξανακούγαμε τους ήχους, αγγίζαμε ξανά και ξανά τα ίδια σημάδια της μνήμης, τώρα που δέσαμε, τώρα που φτάσαμε στην Ιθάκη Χίο, μοιάζει σαν όλα να αποκαλύπτονται για πρώτη φορά. Για πρώτη φορά ξανά· τόσο παράδοξα. Σαν να βλέπεις για πρώτη φορά, πράγματα που νιώθεις πως ήξερες από πάντα. Ο μυθικός Φοίνικας που καίγεται και ξαναγεννιέται, οι πύρινες γλώσσες μιας Βαβέλ ήχων και εντάσεων, τα patterns, οι φωτογραφίες μιας απόκοσμης εποχής, οι άνθρωποι οι κοντινοί, που αγαπάνε, που ένιωσαν, που μέτρησαν σημάδια, που κράτησαν ζωντανό ένα μικρό φως για σαράντα χρόνια, οι άνθρωποι οι μακρινοί, που αγαπάνε, που κάνουν να έρθουν, που νιώθουν κάτι μεγάλο όσο μακριά κι αν είναι, τα παιδιά στη σκοτεινή αίθουσα της πρόβας που κάνουν ότι είναι Πέρσες και φαντάσματα, τα σχέδια που έμειναν σχέδια, ο θάνατος που έμεινε θάνατος, τα έργα που έμειναν έργα. "Το μόνο που ξέρω είναι πως το'γραψα με ειλικρίνεια", ακούγεται να λέει ο Χρήστου, σχεδόν ιερά κι απολογητικά. Μόνο ειλικρίνεια και ένταση.

 

 

Μετά την προβολή, το κοινό αγωνιά να μάθει ακόμα περισσότερα για τον "άγνωστο" συνθέτη, να ακούσει κι άλλη "παράξενη" μουσική, να ανακαλύψει κι άλλους ήχους από το "περίεργο" σύμπαν του δημιουργού. Κι όμως· τίποτα δεν ήταν περίεργο, τίποτα παράξενο και τίποτα πλέον άγνωστο. Ο Χρήστου, μετά από τέσσερις δεκαετίες, συστήθηκε ξανά στους Χιώτες. Και τους ξανακέρδισε. Και έτσι όπως έχει φωλιάσει στην κινηματογραφική αποσκευή μας -διαιρεμένος στις αφηγήσεις των ανθρώπων του και τα ντοκουμέντα του χρόνου, ακέραιος και συνολικός στα βλέμματα αυτών των ίδιων ανθρώπων που ταράζονται από ζωή και μνήμη- είναι έτοιμος να ταξιδέψει ξανά σε μήκη και σε πλάτη, και να ξανακερδίσει τον κόσμο. Να αφήσει το αποτύπωμά του, να ταραχθεί ο κόσμος ξανά από ζωή.

 

Στο σπίτι στη Χίο, όπου έμεινε ο Γιάννης Χρήστου και η Σία Χωρέμη,
το ανάγλυφο πιάνο στην επιγραφή θυμίζει τον ήχο του κτήματος.

 

Στο μικρό και λιτό κοιμητήριο της οικογένειας Χωρέμη, στα βάθη ενός κήπου παραδεισένιου, περνάω την ήσυχη πόρτα. Σ'ένα μικρό και λιτό μαρμάρινο κουτί, αναπαύονται μαζί "ο Τζόνης και η Σία". Ένας αποχαιρετισμός. "Είναι καλύτερα να αποχαιρετάς όταν φτάνεις. Έτσι δεν πονά τόσο όταν φεύγει κανείς", συμπληρώνει ο γερο-Αντόνιο. Ένας χαιρετισμός στους απόντες. Που όλο έρχονται· και επανέρχονται.

 

 

 

 

βάλε το banner στο blog σου

 

βάλε το banner στο blog σου